...πλέον γνωστή και ως La Brebis!

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Σημειώσεις για μια πόλη

Ξημερώματα στο τρένο και είμαι άυπνος, στο χέρι το βιβλίο. Μπαίνουμε στην πόλη και είμαι ανυπόμονος, έχω συνολικά τρεις ώρες ελεύθερο χρόνο και πολλή όρεξη για εξερεύνηση. Στο βάθος τα βόρεια προάστια. Γιγάντια μπλοκ με διαμερίσματα όπου στοιβάζονται οι μη-προνομιούχοι. Σκέφτομαι ότι σε κανέναν δεν αξίζει να ζει εκεί μέσα. Από την άλλη, οι δικές μας πολυκατοικίες είναι καλύτερες; Τουλάχιστον σ'εμάς οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι τόσο έντονες, δεν περάσαμε Διαφωτισμό.

Φτάνουμε στο μεγάλο σταθμό. Γρήγορο κατούρημα κι αμέσως έξω, η πόλη περιμένει. Ο σταθμός είναι χτισμένος πάνω σε πλαγιά και βλέπει την πόλη από ψηλά. Μια γρήγορη ματιά, μια φωτογραφία από τα σκαλάκια και βουτάω μέσα. Πρέπει να κινηθώ προς τα νότια. Είναι σχετικά εύκολο να φτάσω, σχεδόν μια ευθεία γραμμή. 46 λεπτά είπε ο υπολογιστής κι εγώ έχω δυο ώρες γεμάτες μπροστά μου. Προσπερνάω το πρώτο στενάκι και συνεχίζω στο μεγάλο δρόμο. Δεν πρέπει να ξεστρατίσεις από τόσο νωρίς. Το ίδιο και στο δεύτερο. Στο τρίτο τελικά στρίβω. Δεξιά κι αριστερά μικρομάγαζα. Αλγερινοί μπαρμπάδες έχουν βγει για τα ψώνια τους. Ψιλή κουβέντα στη γωνία, μυρωδιά από ψητό κρέας και μπαχαρικά. Χαλάλ. Παρακάτω σταματημένο ένα βαν της αστυνομίας. CRS. Ο οδηγός μιλάει στο κινητό. Αμάνικο φανελάκι, δερμάτινο γιλέκο και τατού στα μπράτσα. Μουσάκι και μούρη μπράβου. Πόσο ταιριαστό.

Βγαίνω σε διασταύρωση και στέκομαι στη μέση για να διαλέξω πορεία. Ας πάω προς το λιμάνι. Δροσερός ο πεζόδρομος με τα πλατάνια και τα κεμπαπτζίδικα. Στα δεξιά τρεις τεράστιες οικοδομές. Σκέφτομαι τον Le Corbusier και τα κτίριά του στην πόλη. Ένα ασφαλίτικο περνάει σφαίρα με τη σειρήνα αναμμένη. Ζητιάνοι έξω από το γραφείο τουρισμού. Στο λιμάνι οι ψαράδες έχουν βγάλει τους πάγκους τους. Από πάνω έχουν περισσότεροους ξανθούς τουρίστες με φωτογραφικές παρά πελάτες. Μεταβολή. Παραπάνω είχε έναν ωραίο δρόμο. Μια ανηφόρα προς τα νότια, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Οδός Παραδείσου. Οι επιδερμίδες εδώ είναι πιο ανοιχτόχρωμες και τα ρούχα πιο ακριβά. Bang & Olufsen και Galleries Lafayette. Στα δεξιά ο λόφος με την εκκλησία της Παναγίας που φυλάει την πόλη. Αυτός είναι ο παράδεισος;

Στάση στο φούρνο για κρουασάν και μετά στροφή προς τη μεγάλη λεωφόρο. Στις δύο πλευρές κάθε μέρα έχει το μεγάλο παζάρι της πόλης. Κοσμογονία. Το διασχίζω αναγνωριστικά. Φρούτα, λαχανικά και ψάρια. Στους πάγκους πιο κάτω πωλούνται χιτζάμπ πλάι σε στρινγκ και κίτρινα σουτιέν. Στο τέρμα περνάω απέναντι το δρόμο και πάω ανάποδα. Σ'αυτή την πλευρά έχει λουλούδια. Καντίνα με ταϊλανδέζικη κουζίνα. Ακριβώς απέναντι μια άλλη καντίνα όπου μια ταϊλανδή σερβίρει παέγια.

Επιστροφή.

Ο ήλιος έχει αρχίσει να καίει. Καλοκαίρι στη Μεσόγειο. Περνάω ξανά από το παζάρι. Μέλι, σπανάκια, κρεμμυδάκια και θυμάρι χώνονται στο σακίδιο. Στην άκρη του παζαριού ένας μουστακαλής πουλάει πίτσες. Ένα κομμάτι με φιγκατέλι κορσικάνικο και ανθότυρο παρακαλώ. Πιάνω τον μακρύ δρόμο όπου γίνονται έργα για να περάσει το τραμ. Σαν την Εγνατία με το εργοτάξιο του μετρό μου μοιάζει. Οδός Ρώμης. Από το τέρμα του δρόμου είχα ξαναπεράσει το πρωί. Από εδώ μετρούν τις χιλιομετρικές αποστάσεις, το πραγματικό κέντρο της πόλης.

Περιπολικά σταματημένα, κάτι έχει συμβεί σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Το μάτι μου πιάνει κίνηση μέσα σε ένα στενό στα δεξιά. Στρίβω. Σκουπίδια στο δρόμο. Εδώ είναι η αγορά του κέντρου. Μαναβική για τους βορειοαφρικανούς, μαναβική για τους κεντροαφρικανούς, μαναβική για τους κρεόλους και τους πολυνήσιους. Καρπούζια, χουρμάδες και ανανάδες, κουρκουμάς και θήκες μαϊμού για iPhone. Κι αυτές οι μαροκινές πίτες. Θα ήθελα να δοκιμάσω αλλά με πιάνει ντροπή που δεν ξέρω πως λέγονται. Βγαίνω στον κεντρικό. Ο σταθμός φαίνεται στο βάθος. Μπαίνω στο φούρνο για άλλο ένα κομμάτι πίτσα, σίγουρα πράματα. Γάλλοι υπάλληλοι με Ινδό φούρναρη. Μασσαλία όπως μάνα.

Βαγόνι 4, θέση 83. Παράθυρο. Πιάνω ξανά το βιβλίο. Απ'έξω περνούν σέρνοντας τα πόδια δυο στρατιώτες. Τα αυτόματα στο χέρι με το δάχτυλο πλάι στη σκανδάλη, θέση ασφαλείας. Ξανακοιτάω το εξώφυλλο του βιβλίου. Brave New World.