...ήταν απαίσιες. Σκέτο χάσιμο χρόνου και χρημάτων. Τετράστερο τουλάχιστον ξενοδοχείο δεν υπήρχε, αναγκαστήκαμε να την βγάλουμε δέκα μέρες σε αντίσκηνο. Ένα lounge-cafe η Βωβούσα δεν έχει και έπρεπε είτε να σαπίζουμε όλη μέρα στα γρασίδια, είτε να περπατάμε σαν τα χαμένα μέσα στα δάση.
 |
Τα ρημάδια τα μαυρόπευκα σου κρύβουν συνέχεια τον
γλυκό καλοκαιρινό ήλιο. |
Για το ποτάμι τι να πεις; 20 μέτρα από το αντίσκηνο, όλη μέρα φασαρία με τα νερά να τρέχουν. Άσε που μας έφερνε και κατούρημα το βράδυ.
 |
Σιγά τον Αωό. Στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου
οι μπύρες κρύωναν περισσότερο. |
Παραλίες της προκοπής; Σε γέλασαν αναγνώστη μου! Έπρεπε να οδηγάμε για ώρες σε χωματόδρομους, να σπάμε τα αμάξια μας, να καβαλάμε Unimog και από πάνω να περπατάμε κιόλας για να βρεθούμε σε κάτι στριμόκωλα μέρη με παγωμένα νερά, χωρίς μια αμμουδία και ούτε ένα beach-bar! Μόνο κάτι κωλοπούλια ακούγονταν.
 |
Ούτε δυο λεπτά μπάνιο δεν μπορούσες να κάνεις με
τον καταρράκτη να ρίχνει νερά από πάνω σου. |
 |
| Σιγά την παραλία. Χάθηκε λίγη αμμουδιά; |
 |
| Άντε να χωρέσουμε δέκα νοματαίοι με άλλα τόσα κουτσούβελα μέσα σ'αυτήν την τρύπα. |
Το βράδυ; Παγωνιά. Μακριά ρούχα, μάλλινα φανελάκια, σκελέες, γάντια, ισοθερμικά. Τη μία μέρα μάλιστα έβρεξε κίολας, μες το κατακαλόκαιρο! Αναγκαστικά έπρεπε να τρώμε τα λεφτά μας στα τσίπουρα μπας και ζεσταθεί το κοκκαλάκι μας.
 |
| Η μπόρα μας κατέστρεψε τις διακοπές. |
...άσε που όλη η υπόλοιπη παρέα ήταν Αθηναίοι! ΚΑΤΑΝΤΙΑ!
Τα λέμε του χρόνου μάγκες!